ἀκήρατος

ἀκήρατος
Grammatical information: adj.
Meaning: `undamaged', also `pure' (Il.)
Other forms: ἀκέραιος `undamaged' (Hdt.)
Derivatives: ἀκηράσιος (Od.)
Origin: IE [Indo-European] [578] *ḱerh₂- `damage'
Etymology: Epic and poet. It is unnecessary to assume a second, independent word meaning `pure' (Od.), as Frisk does. The comparable form ἀκήριος `undamaged' is prob. derived from κῆρ, s. s.v. Prob. ἀκήρατος (not from κηρ-αίνω A. Supp. 999, which is a late formation from κήρ), is metrical lengthening for *ἀ-κέρα-τος from the stem of κερα-ίζω, perhaps with influence of κήρ; cf. ἀκέραιος. In some cases the meaning may have been influenced by κεράννυμι `to mix'. Lee Glotta 39 (1961) 191-205 connects κείρω.
Page in Frisk: 1,52-53

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ακήρατος — ἀκήρατος, ον (Α) 1. άθικτος, ανέπαφος, ακέραιος 2. καθαρός, αγνός, ανόθευτος, άσπιλος, αμόλυντος, παρθενικός 3. ακούρευτος 4. αθέριστος 5. απαλλαγμένος από κάτι, απρόσβλητος. [ΕΤΥΜΟΛ. *ἀ κέρα τος < ρίζα *κερα (πρβλ. κερα ΐζω, ἀ κέρα ιος). Η… …   Dictionary of Greek

  • Ἀκήρατος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκήρατος — undefiled masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μηδείς δ’ἄμωμος οὔδ’ ἀκήρατος. — См. Ни дерева без порока, ни коня без подтычки …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἀκηράτως — ἀκήρατος undefiled adverbial ἀκήρατος undefiled masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκηρότατον — ἀκήρατος undefiled masc acc sg ἀκήρατος undefiled neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκήρατον — ἀκήρατος undefiled masc/fem acc sg ἀκήρατος undefiled neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκηροτάτου — ἀκήρατος undefiled masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀκηράτοις — Ἀκήρατος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκηράτοις — ἀκήρατος undefiled masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀκηράτοισι — Ἀκήρατος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.